A singing voice to be trained

Κατ’ όνομα

In Uncategorized on 01/12/2009 at 13:46

Δίπατo κτίσμα, ένα σπίτι στον κάθε όροφο. Δύο αυλές, μία εξωτερική και μία εσωτερική, κι ένα μεγάλο μπαλκόνι στον πρώτο, σχεδόν εσωτερικό, γιατί οι τοίχοι ‘μπαίνουν μέσα’ για ν’ αφήσουν χώρο για το ‘έξω’. Οι ζωές έξω.

Δεν είμαι καθόλου σίγουρη ότι εδώ μόνο είναι τόσο περίεργες, τόσο γεμάτες με συμπτώσεις, σαν πετραδάκια σε λασπωμένο επαρχιακό δρόμο, οι ζωές των ανθρώπων. Υποψιάζομαι ότι σε όλες τις γειτονιές τυλίγονται και παραπατάνε οι ζωές πάνω σε ίδιες πέτρες, σε ίδια προβλήματα και παρόμοια λάθη. Πάντως κάθε μια από αυτές εδώ τις ιστορίες φαίνεται τόσο απίστευτη, τόσο απίθανη, που μόνο η αλήθεια γελάει με τέτοιο γέλιο.

Θυμάμαι στη Βρετανία τα κυκλικά παράθυρα, bay windows, [παράθυρα-όρμοι (;)], που δεν είχαν κουρτίνες. Αυτή η παράδοση άνευ όρων, νόμιζα εγώ, της ιδιωτικότητάς τους, μου φαινόταν παράξενη. Με προσκαλούσε – αλλά, σε ξένη χώρα, μη όντας σίγουρη ότι δεν υπήρχαν κάποιοι όροι, κάποια ψιλά γράμματα που δεν είχα δει, μόνο φευγαλέα ήμουν αδιάκριτη, μόνο φευγαλέα κοιτούσα μέσα περνώντας το δρόμο. Θυμάμαι έναν άντρα να φέρεται σαν να μην περνούσα, σαν να μην ήταν το βλέμμα μου εκεί, και πόσο ξένο αυτό μου είχε φανεί, πόσο διαφορετική θα ήμουν εγώ σε περίπτωση που η δική μου ιδιωτικότητα υπήρχε περίπτωση να έχει σκιστεί σε μια γωνιά. Κι αυτοί άνοιγαν ολόκληρες τρύπες, μέσα απ’ αυτά τα παράθυρα μπορούσες να δεις τα πάντα, έχασκε η ζωή τους μέσα απ’ τα σκισίματα…

Η δική μου παιδική ηλικία πέρασε μέσα από παντζούρια. Η μητέρα μου είχε μία υστερία με το να μην τη ‘βλέπουν’ (κι ήμαστε και στον τρίτο όροφο, κανένα διαμέρισμα απέναντι, ποιος ξέρει ποιος την έβλεπε… Νωρίς, μου εξηγούσε, στο γάμο της, είχαν πιάσει ένα διαμέρισμα στο Λόφο Σκουζέ, κι ήταν απέναντι ακριβώς η Αστυνομία. Και τους κοιτούσαν, κι είχε φτάσει να έχει κάτι σαν φοβία. Μόνο στην κουζίνα άνοιγε τα παντζούρια όταν ήμουν παιδί, αλλού στους κοινούς χώρους απέφευγε. Τη θυμάμαι, πρέπει να ήμουν εννιά χρονών, καλοκαίρι, να ζεσταίνεται και να είναι στο μήνα της και να γδύνεται και τα πανζούρια να είναι κλειστά. Είχα σκανδαλιστεί, καλυμμένη από την ‘ηθική’ του πατέρα ήδη από νωρίς, που από τη ζέστη είχε γδυθεί κι είχε ξαπλώσει μπροστά μου, η αδερφή μου ήδη σχηματισμένη μέσα της, και να υποφέρει από τη ζέστη και το βάρος του παιδιού. Εγώ ήμουν απλώς ένα έπιπλο, που μπορούσε να της φέρει κι ένα νερό. Οι γυμνές φωτογραφίες των μεγάλων σταρ σε ενδιαφέρουσα που παρελαύνουν τώρα στα περιοδικά, δεν ήταν τίποτα μπροστά στη μαμά μου. Μία σκληρή μα πανέμορφη γυναίκα.

Σήμερα μου λέει, ‘εγώ ξέρω τί πέρασα με τον πατέρα σου’. Μου φαίνεται όμως πάντα, τη γυναικεία της φύση την κουβαλούσε όπως ο Ηρακλής τον τελευταίο του μανδύα, που είχε κολλήσει πάνω του με δηλητήριο. Μου είχε πει κιόλας, όταν ήμουν μικρή, ότι δεν ήθελε να γεννηθώ κορίτσι, λέει, γιατί οι γυναίκες περνούν τις ζωές τους πιο δύσκολα απ΄ ότι οι άντρες. Είχα χαρεί με αυτά τα λόγια, μεγαλώνοντας, έλεγα μέσα μου, η μαμά μου είχε κοινωνική συνείδηση, όχι παίζουμε.

====

Παρόλες τις παχιές κουρτίνες, σ’ αυτή τη γειτονιά καμία ιδιωτικότητα δεν υπήρχε. Λίγο η νονά μου που ερχόταν στη γιαγιά μου κακήν κακώς κάθε μέρα με το φλιτζάνι στο χέρι, να της πει αν θα την παντρευτεί τελικά ο Στέφανος, λίγο τα κατάξανθα βαμμένα μαλλιά της Τασούλας που κουνάμενη σινάμενη γελούσε φωναχτά με τ’ αστεία του παντρεμένου γείτονα, λίγο και οι αθυρόστομες καρακάξες-μαιτρ της ηθικολογίας από την Πόλη κι από τη Σμύρνη (συνήθως οι πιο αυστηροί κριτές είναι αυτές οι γυναίκες που είχαν ‘ακουστεί’ στη γειτονιά, θες γιατί θεωρούσαν ότι άδικα τις κατηγορούσαν, θες γιατί ήθελαν ν’ αποδείξουν ότι αυτές είναι υπεράνω, θες γιατί ήθελαν να εκδικηθούν τον κόσμο όλο που τις είχε ήδη κρίνει και βγάλει και την ετυμηγορία), τέλος πάντων, ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον, ακόμα κι αν συνέβαινε αφότου ο ήλιος είχε πέσει. Έτσι όλες οι κουρτίνες ήταν κατ’ όνομα μόνο κουρτίνες, στην πραγματικότητα ήταν ο αέρας ο ίδιος, που σου έλεγε τί συνέβαινε μέσα. ‘Η Τασούλα είχε βάλει τις καλαμωτές, γιατί ήθελε να κρύψει όσα γινόντουσαν στην αυλή της’, έλεγαν με σιγουριά οι ένορκοι. Έτσι, αν δεν γδυνόσουν μόνος σου δημοσίως, τότε σιγουρεύονταν οι κουτσομπόληδες ότι είχες βγάλει εξάνθημα…

Advertisement

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Connecting to %s

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.