Το πρώτο σπίτι δεξιά: όνομα ουσιαστικό
Γεννήθηκε η Στέλλα, κι ήταν ευθύς εξ αρχής μια ‘συνέπεια’. Προτού προλάβει να γίνει κοριτσάκι, μωρό, ήταν μια ‘συνέπεια’. ‘Η συνέπεια των πράξεών τους’. Εκεί τα ουσιαστικά τέλειωσαν, μπήκαν στην ουρά τα επίθετα.
Ασυνεπής ο πατέρας, αρνήθηκε τη δική του ανάμειξη. Για να παραδεχτεί ότι είχε αυτός κόψει την κόκκινη κορδέλα της αφετηρίας, δικαστήρια.
Ετυμηγορίες ξάπλωσαν πάνω σε άλλες ετυμηγορίες. Η ετυμηγορία ότι ένας καινούριος άνθρωπος γεννήθηκε, η ετυμηγορία ότι από κάπου ήρθε αυτός ο καινούριος άνθρωπος. Οι απαραίτητες σφραγίδες και χαρτόσημα. Των πέντε, των δεκαπέντε, των εικοσπέντε. Κουδουνίζουν τα τάληρα στο τραπέζι.
Τόση φασαρία για ένα επίθετο. Και να ψάχνουν και οι τρεις άλλα επίθετα στην πραγματικότητα: ο 35χρονος πατέρας το ‘ελεύθερος’, η 17χρονη μητέρα το ‘αγαπημένη’, το νόθο παιδί το ‘αναγνωρίσιμο’. Αλλά βέβαια ελλείψει των άλλων, κάτι πρέπει να γίνει, ένα κάτι να ‘τεθεί επί‘ του νεογέννητου. Μια αποζημίωση για την έλλειψη, ένα ‘τουλάχιστον’ για τους αδυνάτους. Αυτό το ‘τουλάχιστον’ που, κάτω απ’ το μαξιλάρι τους τους ταράζει τα όνειρα, όπως ταράζει, τα φωτεινά καλοκαίρια, ένα παιδί το θαλασσινό νερό ν’ ανακατευτεί με την άμμο στον πάτο.
Άμμος στα μάτια και λίγα κλάματα, και στην αρχή, της μικρής μητέρας όλα της έφταιγαν. Και μετά, στην υπόλοιπη ζωή της, όλα της έφταιγαν επίσης. Αν έλεγες κάτι καλό για κάποιον, εκείνη θα σου έλεγε το άσχημο, αληθινό ή φανταστικό. Πάχυνε κι ασχήμηνε, και το βλέμμα της κάπνιζε, όπως το στόμα της, σαν την κάνη του όπλου.
Ποιος να φταίει – αφού εκείνον τον άντρα τον αγαπούσε, η θάλασσα έφταιγε. Όπως ο Ξέρξης, προχωρούσε και μαστίγωνε τη θάλασσα, για τις δικές της ήττες, και σ’ έπειθε με τα λόγια ότι εκείνη δεν πονάει, πονάει το νερό. Χωρίς να ομολογεί ότι είμαστε, οι άνθρωποι, 70 τοις εκατό νερό.
======
Η γενική πτώση
Ένδειξη της πτώσης των ηθών, λέει.
Αγνώστου πατρός, γνωστού πατρός, γενική. Στα συνήθη επώνυμα των γυναικών στην Ελλάδα, που όλα παραπέμπουν στον ‘πρώτο’ ‘κατέχοντα’. Λένε οι ψυχολόγοι ότι χρειάζεται κάποιος το αίσθημα του ανήκειν, αλλά δεν εννοούν τη γενική πτώση. Καμία πτώση, κανένα πέσιμο, ξεπεσμό σε άψυχα υλικά, έπιπλο, καρέκλα τραπέζι αντικείμενο. Δεν μπορεί να εννοούν ιδιοκτησία.
Θα μου πεις, και στο χωριό όταν σε βλέπουν γριές και γέροι στο δρόμο σε ρωτούν ‘τίνος είσ’ εσύ παιδί μου;’. Να σου εξηγήσω, εννοούν, τίνος ευθύνη είσ’ εσύ. Κι έπειτα, δεν είσαι γι’ αυτούς μόνο του Δημήτρη (‘Τάκη’ στο χωριό). Είσαι του Τάκη της Αργύρως που πήρε τον Ψιτ (παρατσούκλι: ο πατέρας του παππού μου, τραυματισμένος στον πόλεμο, άκουγε μόνο στο ‘ψιτ’, στις χαμηλές συχνότητες, και δεν άκουγε αν του μιλούσες). Είσαι ολόκληρη ιστορία, και μανάδες και πατεράδες και θείοι και θειάδες, ουρά από συγγενείς που όλοι σε λένε δική τους, κι ούτε ένας να πρέπει ν’ αναγκαστεί.
Στην πόλη, που δεν τολμούν οι γείτονες να βγάλουν παρατσούκλια – αυτό θα ήθελε και μεγαλύτερη φαντασία και περισσότερο παιγχνίδι – το επίθετο τελικά της Στέλλας ‘εναποτέθηκε’ πάνω της, άλλαξε το περιεχόμενο της γενικής πτώσης και η Στέλλα έγινε του κυρίου τάδε. Πήρε το βάρος του πατέρα της σε ‘όνομα’, θαυμαστή μονάδα μέτρησης.
=======
‘Του πατέρα σου έμοιασες!’
Αθώα αγανάκτηση μητέρας, πρώτη φορά (ίσως πρώτη φορά, ίσως και πολλοστή), τόσο δηκτική.
===
Βρέθηκε μια νονά, που δεν ήτανε νεράιδα ακριβώς.