A singing voice to be trained

‘Ξέρεις πώς με λέν’ εμένα;’

In Uncategorized on 06/12/2009 at 13:32

Τσαμπουκάς

Ακούγαμε το δεύτερο πρόγραμμα, και μου λέει, ‘Αυτή δε μ’ αρέσει. Είναι ‘φίρμα’, τάχαμου μάγκισσα, αλλά μου φαίνεται φτιαχτή’. Ήταν μια τραγουδίστρια που έσφιγγε στους λάρυγγές της το ρεμπέτικο, μια αγριάδα και μια φωνή, κι ένας τσαμπουκάς. Εξευγενισμένα, αλλά παρόλ’ αυτά, με τη δύναμη του ‘βόα συσφικτήρος’, που θά’ λεγε κι ο πατέρας μου.

Κατάλαβα τί εννοούσε. Οι μάγκες οι πραγματικοί, μου φαίνεται κι εμένα, δεν έχουν τσαμπουκά. Είχε τσαμπουκά ο Τσιτσάνης;

Νταής είναι αυτός που βάζει τις φωνές για να μην ακουστεί η πίκρα του που παραπάτησε. Τόσο πολύ βουίζουν τ’ αυτιά του απ’ αυτή, που νομίζει ότι ακούγεται παντού, ο  κακομοίρης.

Όνομα και επίθετο:

In Uncategorized on 02/12/2009 at 05:03

Το πρώτο σπίτι δεξιά: όνομα ουσιαστικό

Γεννήθηκε η Στέλλα, κι ήταν ευθύς εξ αρχής μια ‘συνέπεια’. Προτού προλάβει να γίνει κοριτσάκι, μωρό, ήταν μια ‘συνέπεια’. ‘Η συνέπεια των πράξεών τους’. Εκεί τα ουσιαστικά τέλειωσαν, μπήκαν στην ουρά τα επίθετα.

Ασυνεπής ο πατέρας, αρνήθηκε τη δική του ανάμειξη. Για να παραδεχτεί ότι είχε αυτός κόψει την κόκκινη κορδέλα της αφετηρίας, δικαστήρια.

Ετυμηγορίες ξάπλωσαν πάνω σε άλλες ετυμηγορίες. Η ετυμηγορία ότι ένας καινούριος άνθρωπος γεννήθηκε, η ετυμηγορία ότι από κάπου ήρθε αυτός ο καινούριος άνθρωπος. Οι απαραίτητες σφραγίδες και χαρτόσημα. Των πέντε, των δεκαπέντε, των εικοσπέντε. Κουδουνίζουν τα τάληρα στο τραπέζι.

Τόση φασαρία για ένα επίθετο. Και να ψάχνουν και οι τρεις άλλα επίθετα στην πραγματικότητα: ο 35χρονος πατέρας το ‘ελεύθερος’, η 17χρονη μητέρα το ‘αγαπημένη’, το νόθο παιδί το ‘αναγνωρίσιμο’. Αλλά βέβαια ελλείψει των άλλων, κάτι πρέπει να γίνει, ένα κάτι να ‘τεθεί επί‘ του νεογέννητου. Μια αποζημίωση για την έλλειψη, ένα ‘τουλάχιστον’ για τους αδυνάτους. Αυτό το ‘τουλάχιστον’ που, κάτω απ’ το μαξιλάρι τους τους ταράζει τα όνειρα, όπως ταράζει, τα φωτεινά καλοκαίρια, ένα παιδί το θαλασσινό νερό ν’ ανακατευτεί με την άμμο στον πάτο.

Άμμος στα μάτια και λίγα κλάματα, και στην αρχή, της μικρής μητέρας όλα της έφταιγαν. Και μετά, στην υπόλοιπη ζωή της, όλα της έφταιγαν επίσης. Αν έλεγες κάτι καλό για κάποιον, εκείνη θα σου έλεγε το άσχημο, αληθινό ή φανταστικό. Πάχυνε κι ασχήμηνε, και το βλέμμα της κάπνιζε, όπως το στόμα της, σαν την κάνη του όπλου.

Ποιος να φταίει – αφού εκείνον τον άντρα τον αγαπούσε, η θάλασσα έφταιγε. Όπως ο Ξέρξης, προχωρούσε και μαστίγωνε τη θάλασσα, για τις δικές της ήττες, και σ’ έπειθε με τα λόγια ότι εκείνη δεν πονάει, πονάει το νερό. Χωρίς να ομολογεί ότι είμαστε, οι άνθρωποι, 70 τοις εκατό νερό.

======

Η γενική πτώση

Ένδειξη της πτώσης των ηθών, λέει.

Αγνώστου πατρός, γνωστού πατρός, γενική. Στα συνήθη επώνυμα των γυναικών στην Ελλάδα, που όλα παραπέμπουν στον ‘πρώτο’ ‘κατέχοντα’. Λένε οι ψυχολόγοι ότι χρειάζεται κάποιος το αίσθημα του ανήκειν, αλλά δεν εννοούν τη γενική πτώση. Καμία πτώση, κανένα πέσιμο, ξεπεσμό σε άψυχα υλικά, έπιπλο, καρέκλα τραπέζι αντικείμενο. Δεν μπορεί να εννοούν ιδιοκτησία.

Θα μου πεις, και στο χωριό όταν σε βλέπουν γριές και γέροι στο δρόμο σε ρωτούν ‘τίνος είσ’ εσύ παιδί μου;’. Να σου εξηγήσω, εννοούν, τίνος ευθύνη είσ’ εσύ. Κι έπειτα, δεν είσαι γι’ αυτούς μόνο του Δημήτρη (‘Τάκη’ στο χωριό). Είσαι του Τάκη της Αργύρως που πήρε τον Ψιτ (παρατσούκλι: ο πατέρας του παππού μου, τραυματισμένος στον πόλεμο, άκουγε μόνο στο ‘ψιτ’, στις χαμηλές συχνότητες, και δεν άκουγε αν του μιλούσες). Είσαι ολόκληρη ιστορία, και μανάδες και πατεράδες και θείοι και θειάδες, ουρά από συγγενείς που όλοι σε λένε δική τους, κι ούτε ένας να πρέπει ν’ αναγκαστεί.

Στην πόλη, που δεν τολμούν οι γείτονες να βγάλουν παρατσούκλια – αυτό θα ήθελε και μεγαλύτερη φαντασία και περισσότερο παιγχνίδι – το επίθετο τελικά της Στέλλας ‘εναποτέθηκε’ πάνω της, άλλαξε το περιεχόμενο της γενικής πτώσης και η Στέλλα έγινε του κυρίου τάδε. Πήρε το βάρος του πατέρα της σε ‘όνομα’, θαυμαστή μονάδα μέτρησης.

=======

‘Του πατέρα σου έμοιασες!’

Αθώα αγανάκτηση μητέρας, πρώτη φορά (ίσως πρώτη φορά, ίσως και πολλοστή), τόσο δηκτική.

===

Βρέθηκε μια νονά, που δεν ήτανε νεράιδα ακριβώς.

Κατ’ όνομα

In Uncategorized on 01/12/2009 at 13:46

Δίπατo κτίσμα, ένα σπίτι στον κάθε όροφο. Δύο αυλές, μία εξωτερική και μία εσωτερική, κι ένα μεγάλο μπαλκόνι στον πρώτο, σχεδόν εσωτερικό, γιατί οι τοίχοι ‘μπαίνουν μέσα’ για ν’ αφήσουν χώρο για το ‘έξω’. Οι ζωές έξω.

Δεν είμαι καθόλου σίγουρη ότι εδώ μόνο είναι τόσο περίεργες, τόσο γεμάτες με συμπτώσεις, σαν πετραδάκια σε λασπωμένο επαρχιακό δρόμο, οι ζωές των ανθρώπων. Υποψιάζομαι ότι σε όλες τις γειτονιές τυλίγονται και παραπατάνε οι ζωές πάνω σε ίδιες πέτρες, σε ίδια προβλήματα και παρόμοια λάθη. Πάντως κάθε μια από αυτές εδώ τις ιστορίες φαίνεται τόσο απίστευτη, τόσο απίθανη, που μόνο η αλήθεια γελάει με τέτοιο γέλιο.

Θυμάμαι στη Βρετανία τα κυκλικά παράθυρα, bay windows, [παράθυρα-όρμοι (;)], που δεν είχαν κουρτίνες. Αυτή η παράδοση άνευ όρων, νόμιζα εγώ, της ιδιωτικότητάς τους, μου φαινόταν παράξενη. Με προσκαλούσε – αλλά, σε ξένη χώρα, μη όντας σίγουρη ότι δεν υπήρχαν κάποιοι όροι, κάποια ψιλά γράμματα που δεν είχα δει, μόνο φευγαλέα ήμουν αδιάκριτη, μόνο φευγαλέα κοιτούσα μέσα περνώντας το δρόμο. Θυμάμαι έναν άντρα να φέρεται σαν να μην περνούσα, σαν να μην ήταν το βλέμμα μου εκεί, και πόσο ξένο αυτό μου είχε φανεί, πόσο διαφορετική θα ήμουν εγώ σε περίπτωση που η δική μου ιδιωτικότητα υπήρχε περίπτωση να έχει σκιστεί σε μια γωνιά. Κι αυτοί άνοιγαν ολόκληρες τρύπες, μέσα απ’ αυτά τα παράθυρα μπορούσες να δεις τα πάντα, έχασκε η ζωή τους μέσα απ’ τα σκισίματα…

Η δική μου παιδική ηλικία πέρασε μέσα από παντζούρια. Η μητέρα μου είχε μία υστερία με το να μην τη ‘βλέπουν’ (κι ήμαστε και στον τρίτο όροφο, κανένα διαμέρισμα απέναντι, ποιος ξέρει ποιος την έβλεπε… Νωρίς, μου εξηγούσε, στο γάμο της, είχαν πιάσει ένα διαμέρισμα στο Λόφο Σκουζέ, κι ήταν απέναντι ακριβώς η Αστυνομία. Και τους κοιτούσαν, κι είχε φτάσει να έχει κάτι σαν φοβία. Μόνο στην κουζίνα άνοιγε τα παντζούρια όταν ήμουν παιδί, αλλού στους κοινούς χώρους απέφευγε. Τη θυμάμαι, πρέπει να ήμουν εννιά χρονών, καλοκαίρι, να ζεσταίνεται και να είναι στο μήνα της και να γδύνεται και τα πανζούρια να είναι κλειστά. Είχα σκανδαλιστεί, καλυμμένη από την ‘ηθική’ του πατέρα ήδη από νωρίς, που από τη ζέστη είχε γδυθεί κι είχε ξαπλώσει μπροστά μου, η αδερφή μου ήδη σχηματισμένη μέσα της, και να υποφέρει από τη ζέστη και το βάρος του παιδιού. Εγώ ήμουν απλώς ένα έπιπλο, που μπορούσε να της φέρει κι ένα νερό. Οι γυμνές φωτογραφίες των μεγάλων σταρ σε ενδιαφέρουσα που παρελαύνουν τώρα στα περιοδικά, δεν ήταν τίποτα μπροστά στη μαμά μου. Μία σκληρή μα πανέμορφη γυναίκα.

Σήμερα μου λέει, ‘εγώ ξέρω τί πέρασα με τον πατέρα σου’. Μου φαίνεται όμως πάντα, τη γυναικεία της φύση την κουβαλούσε όπως ο Ηρακλής τον τελευταίο του μανδύα, που είχε κολλήσει πάνω του με δηλητήριο. Μου είχε πει κιόλας, όταν ήμουν μικρή, ότι δεν ήθελε να γεννηθώ κορίτσι, λέει, γιατί οι γυναίκες περνούν τις ζωές τους πιο δύσκολα απ΄ ότι οι άντρες. Είχα χαρεί με αυτά τα λόγια, μεγαλώνοντας, έλεγα μέσα μου, η μαμά μου είχε κοινωνική συνείδηση, όχι παίζουμε.

====

Παρόλες τις παχιές κουρτίνες, σ’ αυτή τη γειτονιά καμία ιδιωτικότητα δεν υπήρχε. Λίγο η νονά μου που ερχόταν στη γιαγιά μου κακήν κακώς κάθε μέρα με το φλιτζάνι στο χέρι, να της πει αν θα την παντρευτεί τελικά ο Στέφανος, λίγο τα κατάξανθα βαμμένα μαλλιά της Τασούλας που κουνάμενη σινάμενη γελούσε φωναχτά με τ’ αστεία του παντρεμένου γείτονα, λίγο και οι αθυρόστομες καρακάξες-μαιτρ της ηθικολογίας από την Πόλη κι από τη Σμύρνη (συνήθως οι πιο αυστηροί κριτές είναι αυτές οι γυναίκες που είχαν ‘ακουστεί’ στη γειτονιά, θες γιατί θεωρούσαν ότι άδικα τις κατηγορούσαν, θες γιατί ήθελαν ν’ αποδείξουν ότι αυτές είναι υπεράνω, θες γιατί ήθελαν να εκδικηθούν τον κόσμο όλο που τις είχε ήδη κρίνει και βγάλει και την ετυμηγορία), τέλος πάντων, ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον, ακόμα κι αν συνέβαινε αφότου ο ήλιος είχε πέσει. Έτσι όλες οι κουρτίνες ήταν κατ’ όνομα μόνο κουρτίνες, στην πραγματικότητα ήταν ο αέρας ο ίδιος, που σου έλεγε τί συνέβαινε μέσα. ‘Η Τασούλα είχε βάλει τις καλαμωτές, γιατί ήθελε να κρύψει όσα γινόντουσαν στην αυλή της’, έλεγαν με σιγουριά οι ένορκοι. Έτσι, αν δεν γδυνόσουν μόνος σου δημοσίως, τότε σιγουρεύονταν οι κουτσομπόληδες ότι είχες βγάλει εξάνθημα…

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.